Ο Βεροιώτης λόγιος και δάσκαλος Δημήτριος (1687 – μέσα 18ου αι.) και η σχέση του με τα Ιεροσόλυμα και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες

Αθανασίου Γ. Βουδούρη
Προέδρου Δ.Σ. της Ε.Μ.Ι.Π.Η.

Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι η συμβολή στην έρευνα της πνευματικής δραστηριότητας των κατοίκων της Βέροιας στα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα, περίοδος η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη, σε μεγάλο βαθμό, γραπτών πηγών και πληροφοριών (αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τα αμετάφραστα, στο σύνολό τους, μέχρι στιγμής κείμενα των κωδίκων του τουρκικού ιεροδικείου της πόλης και τις σχετικά φτωχές επιγραφικές και αρχαιολογικές πληροφορίες) οι οποίες αφορούν πρόσωπα και γεγονότα που σχετίζονται με την εκπαίδευση και τη μόρφωση των κατοίκων της περιοχής, καθώς και για τη δράση τους (εμπορική, εκπαιδευτική κ.λ.π.) σε περιοχές εκτός του ελλαδικού χώρου.
Από τα πρώτα χρόνια της οθωμανοκρατίας, ο υπόδουλος ελληνισμός, προκειμένου να αποφύγει την άμεση δεσποτική εξουσία του κατακτητή, άρχισε σταδιακά να εγκαταλείπει, έως ένα βαθμό, περιοχές στις οποίες οι Τούρκοι είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή, αναζητώντας «καταφύγιο» σε ελεύθερους ή σε περισσότερο προνομιούχους τόπους της Βαλκανικής και της Ευρώπης.


Η πρώτη σελίδα της επιστολής

Κατά τον 17ο αιώνα, σε πολλές πόλεις των Βαλκανίων, οι ελληνικές κοινότητες είχαν ήδη αναπτυχθεί σημαντικά, σε αρκετούς τομείς του κοινωνικού, πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου. Ιδιαίτερα σημαντική, υπήρξε η ανάπτυξη του ελληνισμού στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, κυρίως με την έντονη παρουσία και δράση των Φαναριωτών στην περιοχή.
Μελετώντας μέρος του Αρχείου του Μουσείου του Σερβικού Πατριαρχείου Βελιγραδίου (στο εξής : Α.Μ.Σ.Π.Β.), είχα την τύχη να ασχοληθώ με ορισμένες ανέκδοτες επιστολές, οι οποίες γράφτηκαν από Έλληνες του Βελιγραδίου μεταξύ των ετών 1729 – 1732 και απευθύνονται προς τον μητροπολίτη Τιμισβαρίου (Temeswar), σημερινής Τιμισοάρας της επαρχίας Βανάτου της Ρουμανίας, Νικόλαο Δημητρίεβιτς ή Δημητριέφσκυ, από τις οποίες αντλούμε αξιόλογες πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων της περιοχής κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Για το πρόσωπο και τη δράση του μητροπολίτη Τιμισβαρίου Νικολάου, έχουν δυστυχώς διασωθεί, τόσο στην ελληνική όσο και στην ξένη βιβλιογραφία (κυρίως σέρβικη και ρουμάνικη ), ελάχιστα στοιχεία. Ο Νικόλαος γεννήθηκε πιθανότατα στην Ερζεγοβίνη και έγινε μοναχός και ιερέας στο πατριαρχείο Πεκίου. Το 1724 ή 1726, χειροτονήθηκε επίσκοπος Βρσατς (Vrsac) ή Καρανσέμπες (Caransebes) από τον μητροπολίτη Καρλοβικίου Μωυσή Πέτροβιτς. Λίγο αργότερα, το 1728, μετατέθηκε στον επισκοπικό θρόνο του Τιμισβαρίου, όπου παρέμεινε μέχρι και τον θάνατό του, κατά το έτος 1744.


Γκραβούρα του Τιμισβαρίου – Temeswar (17ος αι.)

Με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν από τις προαναφερθείσες, άγνωστες μέχρι σήμερα, επιστολές, θεωρούμε ότι ο μητροπολίτης Νικόλαος, γεννήθηκε από γονείς ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι πιθανότατα είχαν μεταναστεύσει, την εποχή εκείνη, στην Ερζεγοβίνη.
Η πέμπτη και τελευταία, χρονολογικά, ελληνόγλωσση επιστολή του υπ’ αριθμ. 566 φακέλου του Α.Μ.Σ.Π.Β., προς τον μητροπολίτη Τιμισβαρίου Νικόλαο, η οποία γράφτηκε στο Βελιγράδι στις 12 Ιουλίου του 1732, από τον αρχιμανδρίτη Γερμανό, υπουργό – έξαρχο του Παναγίου Τάφου στο πατριαρχείο Πεκίου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την τοπική ιστορία της Βέροιας, καθώς μέσα από αυτή αντλούμε σημαντικές πληροφορίες για δύο πρόσωπα της εποχής, καταγόμενα από τη Βέροια : τον έμπορο κυρ – Θωμά, ο οποίος κατοικούσε και εργαζόταν στην Καρλόβιτζα (Karlovic) της Σερβίας και τον Βεροιώτη λόγιο και δάσκαλο Δημήτριο.


Ο Μητροπολίτης Τιμισβαρίου Νικόλοας Δημητρίεβιτς

Με την επιστολή αυτή, ο αρχιμ. Γερμανός μετέφερε, μεταξύ άλλων, προς τον μητροπολίτη Νικόλαο αίτημα του Βεροιώτη εμπόρου κυρ – Θωμά, παρακαλώντας τον να διορίσει ως δάσκαλο, σε κάποιο από τα σχολεία της περιφέρειάς του, τον λόγιο, επίσης Βεροιώτη, Δημήτριο. Ο Δημήτριος γεννήθηκε στη Βέροια το 1687, όπου και έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βλαχία, μαθαίνοντας παράλληλα και μέρος της γλώσσας της περιοχής και στη συνέχεια στα Ιεροσόλυμα, σπουδάζοντας ελληνικά, φιλοσοφικά, αστρονομία και μουσική. Ένας από τους «δασκάλους» του Δημητρίου υπήρξε και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος (1707 – 1731), πλάι στον οποίο, μάλιστα, εργάστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα ως δάσκαλος και μουσικός.
Ο αρχιμ. Γερμανός, στο πρώτο μέρος της επιστολής του αναφέρει τα εξής σχετικά: «… εἰς τήν βέῤῥια τήν πατρίδα τοῦ ἄνωθεν εἰρημένου κύρ θωμᾶ, εἶναι ἕνας εὐλαβής χριστιανός σπουδαῖος εἰς τά ἑλληνικά, φιλοσοφικά, καί ἀστρονομικά, μάλιστα δέ εἰς τά μουσικᾶ, ἰκανός ἐστί καί εἰς τάς δύο ἐπιστήμας εἰς τό νά ὠφελίση τους ἔχοντας χρεῖαν καί πόθον εἰς τό νά μανθάνουν, ὅς τις εἶναι γέννημα καί θρέμμα τῆς ἄνωθεν πόλεως, μάλιστα ὁποῦ ἐδιάτριβων καί εἰς τά μέρη τῆς βλαχίας καί τήν διάλεκτον αὐτῶν μέρος τί γινώσκει, ἔκαμεν καί με τον μακαριώτατον ἀοίδιμον χρύσανθον μερικόν καιρόν, καί ἡ ῥόγα του θαῤῥῶ νά μήν εἶναι ὡσάν τοῦ παπά ἀνατολίου, ἀλλά τό ἤμυσοι, καί εἰ μέν εἶναι ὁρισμός της νά ἔχω τήν βεβαίαν ἀπόκρισιν νά γράψω τοῦ κυρ θωμᾶ /: ὅς τις καί δουλικῶς προσκυνᾶ τῇ ὑμετέρα Π:[ανιερώτιτι] καί ἀντιβολεῖ αὐτήν νά τόν ἔχη εἰς τήν πατρικήν αὐτῆς εὔνοιαν, ὡς καί ὁ μακαρίτης κοινός πατήρ ἡμῶν /: νά τοῦ γράψη νά ἔλθη, μονάχα παρακαλῶ ἄν γνωρίζει ἡ ὑμετέρα Π:[ανιερώτις] πῶς νά εἶναι ὁ ἐρχομός του χωρίς φθόνον …». Επίσης, από σημείωση η οποία είναι γραμμένη στο περιθώριο της επιστολής, πληροφορούμαστε ότι ο δάσκαλος Δημήτριος ήταν άγαμος, κοσμικός, σαράντα πέντε (45) ετών: «ὁ διδάσκαλος εἶναι κοσμικός ἄγαμος, τοὔνομα δημήτριος, ἡ ἡλικία του 45 χρόνους».


Σύγχρονος χάρτης της Βαλκανικής Χερσονήσου

Δεν αποκλείεται ο λόγιος δάσκαλος Δημήτριος να σχετίζεται με την αρχοντική οικογένεια της Βέροιας των «Μπικέλλα ή Βικέλα», μέλη της οποίας κατείχαν αξιόλογες θέσεις στο πνευματικό στερέωμα της πόλης, από τον 17ο, τουλάχιστον, αιώνα. Αν η υπόθεση αυτή ευσταθεί, τότε μπορούμε να μιλάμε, πλέον, για ένα από τα παλαιότερα γνωστά μέλη της οικογένειας. Οι λόγοι που μας οδηγούν στην παραπάνω υπόθεση είναι κυρίως οι εξής: α) Το όνομα Δημήτριος, όπως έχει ήδη αποδείξει ο Γεώργιος Χ. Χιονίδης, υπήρξε ένα από τα βασικότερα «κληρονομικά» ονόματα της οικογένειας (μαζί με το όνομα Εμμανουήλ – Μανώλης κ.λ.π.), σχεδόν διαχρονικά, το οποίο μεταβιβαζόταν από τον πατέρα στον πρωτότοκο, κατά βάση, γιο, β) το γεγονός ότι ο λόγιος δάσκαλος Δημήτριος διέτριψε για ορισμένο χρονικό διάστημα στα Ιεροσόλυμα, όπως συμβαίνει και με αρκετά ακόμη από τα μεταγενέστερα γνωστά πρόσωπα της οικογένειας και γ) το ιδιαίτερα υψηλό, για τα δεδομένα της εποχής, μορφωτικό του επίπεδο, καθώς και η ενασχόλησή του με τη μουσική, στοιχεία που επίσης χαρακτηρίζουν πολλά από τα μεταγενέστερα μέλη της οικογένειας.


Υπογραφή του Αρχιμ. Γερμανού – Υπουργού (Εξάρχου)
του Παναγίου Τάφου στο Πατριαρχείο Πεκίου

Η ταύτισή του με το πρώτο γνωστό, σύμφωνα με τον Γ. Χιονίδη, μέλος της οικογένειας, δηλαδή τον Δημήτριο (ή και Μητάκο;) Μπικέλλα ή Μπεκέλλα του Εμμανουήλ, Μανουήλ ή Μανόλη, θεωρούμε ότι μάλλον είναι επισφαλής, δεδομένου ότι ο δάσκαλος Δημήτριος μέχρι και το τεσσαρακοστό πέμπτο, τουλάχιστον, έτος της ηλικίας του παρέμενε άγαμος (πιθανότατα και μέχρι το τέλος της ζωής του), σε αντίθεση με τον Δημήτριο (ή και Μητάκο;), ο οποίος γνωρίζουμε από επιγραφή εικόνας του αγίου Δημητρίου Βεροίας ότι ήταν πατέρας του «Χατζή Μανόλη Μπικέλλα». Περισσότερο πιθανό φαίνεται οι δύο «Δημήτριοι», αν φυσικά ισχύει η υπόθεση ότι ο λόγιος δάσκαλος συνδέεται με την οικογένεια, να ήταν ξαδέλφια και έλαβαν, προφανώς ως πρωτότοκοι, το βαπτιστικό τους όνομα από τον παππού τους, η γέννηση του οποίου θα πρέπει να αναχθεί στις αρχές του 17ου ή στα τέλη του 16ου αιώνα.
Αυτό που τελικά, όμως, ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία, είναι το γεγονός ότι και κατά την περίοδο του 17ου και 18ου αιώνα, συναντούμε στη Βέροια αξιόλογους ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.


1. Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος εισήγησής μου με θέμα : «Επιστολές Ελλήνων του Βελιγραδίου προς τον μητροπολίτη Τιμισβαρίου (Τιμισοάρας) Νικόλαο στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα» που ανακοινώθηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο με τίτλο : «Χριστιανική Μακεδονία Θεσσαλονίκη – Βελιγράδι – Κετίγνη», (17 – 19 Οκτωβρίου 2008), στο Μπίλλειο Μέγαρο – Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο των «43ων Δημητρίων».
2. Βλ. Στράτου Ηλιαδέλη, Μακεδόνες απόδημοι στη Μεσευρώπη (1650 – 1950) – Η συμβολή τους στην οικονομία και στον πολιτισμό, Θεσσαλονίκη 2005
3. Αρχείο Μουσείου Σερβικού Πατριαρχείου Βελιγραδίου (Α.Μ.Σ.Π.Β.), Φάκελος 566 : «Ντοκουμέντα του 18ου αι. και Σερβικά Ντοκουμέντα – Ντοκουμέντα για το Πατριαρχείο Πεκίου».
4. CABA – EΠИCKOΠ ШУMAДИJCKИ, CPΠCKИ JEPAPCИ – OД ДΕΒΕΤΟΓ ДΟ ДΒΑДΕCETOΓ ΒΕΚΑ, 1996, σσ. 373 – 374 (όπου και επιπρόσθετη βιβλιογραφία).
5. Βλ. Mircea Pacurariu, Istoria bisericii Romanesti din Transilvania, Banat, Crisana si Maramures pina in 1918, Cluj – Napoca 1992, σσ. 238 – 239.
6. Στη ρουμάνικη βιβλιογραφία παρατηρείται διαφωνία των ερευνητών, τόσο για τον χρόνο, όσο και για τον τόπο για τον οποίο ο Νικόλαος χειροτονήθηκε αρχικά επίσκοπος. Τα ζητήματα αυτά θα εξεταστούν αναλυτικότερα στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου.
7. Περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του μητροπολίτη θα δημοσιευτούν στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου.
8. Δεν γνωρίζουμε σημαντικά στοιχεία για τον Βεροιώτη έμπορο κυρ – Θωμά, αν εξαιρέσουμε φυσικά το όνομα, το επάγγελμα και τον τόπο δράσης του (Karlovic). Εντούτοις, οι πληροφορίες της επιστολής αποτελούν άλλη μια μαρτυρία για την εμπορική δραστηριότητα Βεροιωτών σε εκτός του ελλαδικού χώρου περιοχές της Βαλκανικής, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας.
9. Ιωάννη Δ. Ζηζιούλα, «Ιερουσαλήμ – Επισκοπικός κατάλογος», Θ.Η.Ε. 6 (1965) 842.
10. Εννοεί τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο, ο οποίος είχε αποβιώσει τον προηγούμενο χρόνο (1731).
11. Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Η αρχοντική οικογένεια της Βέροιας των Μπικέλλα – Βικέλα, Βέροια 2006 (όπου και παλαιότερη βιβλιογραφία).
12. Για τη σχέση μελών της οικογένειας με τη μουσική βλ. Εμμανουήλ Γ. Ξυνάδα, Η ψαλτική παράδοση στην μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης κατά τον ΙΗ΄ αι. και ΙΘ΄ αι., Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 104 – 107 (ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία).
13. Θωμά Γαβριηλίδη, Προσκύνημα στα ιερά της θεοσώστου πόλεως Βεροίας, Βέροια 1996, σ. 177.
14. Χιονίδη, Η αρχοντική οικογένεια της Βέροιας, ό.π., σσ. 26 – 27.

Μοιράσου το άρθρο:

Social Circle

X